αγοραφοβία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγοραφοβία αγοραφοβίες
γενική αγοραφοβίας
αιτιατική αγοραφοβία αγοραφοβίες
κλητική αγοραφοβία αγοραφοβίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγοραφοβία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Agoraphobie < αρχαία ελληνική ἀγορά + φόβος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγοραφοβία θηλυκό

  1. η παθολογική τάση να νιώθει κανείς φόβος, όταν βρίσκεται με πολύ κόσμο
  2. η τάση να προτιμάει κάποιος την απομόνωση και να αποφεύγει τις συναναστροφές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]