αδιατίμητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αδιατίμητος αδιατίμητη αδιατίμητο
γενική αδιατίμητου αδιατίμητης αδιατίμητου
αιτιατική αδιατίμητο αδιατίμητη αδιατίμητο
κλητική αδιατίμητε αδιατίμητη αδιατίμητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδιατίμητοι αδιατίμητες αδιατίμητα
γενική αδιατίμητων αδιατίμητων αδιατίμητων
αιτιατική αδιατίμητους αδιατίμητες αδιατίμητα
κλητική αδιατίμητοι αδιατίμητες αδιατίμητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιατίμητος < α- (στερητικό) + διατιμώ + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδιατίμητος, -η, -ο, ((καθαρεύουσα) αδιατίμητος, -ος, -ον)

  • (οικονομία) (νομικός όρος) που δεν έχει διατιμηθεί σε χρήμα από την αγορανομία (βλ. λ. διατίμηση) ή που υφίσταται αδυναμία να διατιμηθεί
    αδιατίμητα εμπορεύματα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]