αδούλωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδούλωτος < ελληνιστική κοινή ἀδούλωτος < ἀ- στερητικό + δουλόω, ῶ +κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδούλωτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει υποδουλωθεί ποτέ σε εχθρό
    η αδούλωτη Μάνη
  2. που δεν μπορεί κανείς να τον υποτάξει
    οι αδούλωτες ψυχές των ελεύθερων πολιορκημένων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανυπόταχτος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]