αθλούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αθλούμενος αθλούμενη αθλούμενο
γενική αθλούμενου αθλούμενης αθλούμενου
αιτιατική αθλούμενο αθλούμενη αθλούμενο
κλητική αθλούμενε αθλούμενη αθλούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αθλούμενοι αθλούμενες αθλούμενα
γενική αθλούμενων αθλούμενων αθλούμενων
αιτιατική αθλούμενους αθλούμενες αθλούμενα
κλητική αθλούμενοι αθλούμενες αθλούμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθλούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αθλούμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αθλούμενος, -η, -ο

Ένας αθλούμενος που ζυγίζει 75 κιλά, πρέπει να...
Ο νεαρός κατέρρευσε αθλούμενος στο γήπεδο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]