αισώπειος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Aἰσώπειος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αισώπειος αισώπεια αισώπειο
γενική αισώπειου αισώπειας αισώπειου
αιτιατική αισώπειο αισώπεια αισώπειο
κλητική αισώπειε αισώπεια αισώπειο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αισώπειοι αισώπειες αισώπεια
γενική αισώπειων αισώπειων αισώπειων
αιτιατική αισώπειους αισώπειες αισώπεια
κλητική αισώπειοι αισώπειες αισώπεια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αισώπειος < αρχαία ελληνική Aἰσώπειος < Αἴσωπος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αισώπειος, -α, -ο

  • που έχει σχέση με τον Αίσωπο ή αναφέρεται σ' αυτόν
    Οι αισώπειοι μύθοι είναι ονομαστοί σε όλη τη γη.
    Θα βγει κάποιο ηθικό δίδαγμα από όσα λες; Σαν αισώπειος μύθος ακούγεται η ιστορία σου.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]