αισώπειος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Aἰσώπειος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αισώπειος αισώπεια αισώπειο
γενική αισώπειου αισώπειας αισώπειου
αιτιατική αισώπειο αισώπεια αισώπειο
κλητική αισώπειε αισώπεια αισώπειο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αισώπειοι αισώπειες αισώπεια
γενική αισώπειων αισώπειων αισώπειων
αιτιατική αισώπειους αισώπειες αισώπεια
κλητική αισώπειοι αισώπειες αισώπεια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αισώπειος < αρχαία ελληνική Aἰσώπειος < Αἴσωπος

Επίθετο[επεξεργασία]

αισώπειος, -α, -ο

  • που έχει σχέση με τον Αίσωπο ή αναφέρεται σ' αυτόν
    Οι αισώπειοι μύθοι είναι ονομαστοί σε όλη τη γη.
    Θα βγει κάποιο ηθικό δίδαγμα από όσα λες; Σαν αισώπειος μύθος ακούγεται η ιστορία σου.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]