αιχμαλωτισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αιχμαλωτισμένος αιχμαλωτισμένη αιχμαλωτισμένο
γενική αιχμαλωτισμένου αιχμαλωτισμένης αιχμαλωτισμένου
αιτιατική αιχμαλωτισμένο αιχμαλωτισμένη αιχμαλωτισμένο
κλητική αιχμαλωτισμένε αιχμαλωτισμένη αιχμαλωτισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αιχμαλωτισμένοι αιχμαλωτισμένες αιχμαλωτισμένα
γενική αιχμαλωτισμένων αιχμαλωτισμένων αιχμαλωτισμένων
αιτιατική αιχμαλωτισμένους αιχμαλωτισμένες αιχμαλωτισμένα
κλητική αιχμαλωτισμένοι αιχμαλωτισμένες αιχμαλωτισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιχμαλωτισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αιχμαλωτίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αιχμαλωτισμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: αιχμαλωτίζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]