ακαταλαβίστικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακαταλαβίστικος ακαταλαβίστικη ακαταλαβίστικο
γενική ακαταλαβίστικου ακαταλαβίστικης ακαταλαβίστικου
αιτιατική ακαταλαβίστικο ακαταλαβίστικη ακαταλαβίστικο
κλητική ακαταλαβίστικε ακαταλαβίστικη ακαταλαβίστικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακαταλαβίστικοι ακαταλαβίστικες ακαταλαβίστικα
γενική ακαταλαβίστικων ακαταλαβίστικων ακαταλαβίστικων
αιτιατική ακαταλαβίστικους ακαταλαβίστικες ακαταλαβίστικα
κλητική ακαταλαβίστικοι ακαταλαβίστικες ακαταλαβίστικα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαταλαβίστικος < α- στερητικό + καταλαβαίνω + -ίστικος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακαταλαβίστικος, -η, -ο

  1. που δεν μπορεί κανείς να τον καταλάβει

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]