ακονισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακονισμένος ακονισμένη ακονισμένο
γενική ακονισμένου ακονισμένης ακονισμένου
αιτιατική ακονισμένο ακονισμένη ακονισμένο
κλητική ακονισμένε ακονισμένη ακονισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακονισμένοι ακονισμένες ακονισμένα
γενική ακονισμένων ακονισμένων ακονισμένων
αιτιατική ακονισμένους ακονισμένες ακονισμένα
κλητική ακονισμένοι ακονισμένες ακονισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακονισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ακονίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ακονισμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: ακονίζομαι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]