αλάθευτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αλάθευτος αλάθευτη αλάθευτο
γενική αλάθευτου αλάθευτης αλάθευτου
αιτιατική αλάθευτο αλάθευτη αλάθευτο
κλητική αλάθευτε αλάθευτη αλάθευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλάθευτοι αλάθευτες αλάθευτα
γενική αλάθευτων αλάθευτων αλάθευτων
αιτιατική αλάθευτους αλάθευτες αλάθευτα
κλητική αλάθευτοι αλάθευτες αλάθευτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλάθευτος < α στερητικό και λαθεύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αλάθευτος

  1. ο αλάθητος, ο αλάνθαστος, χωρίς ψεγάδι, που δεν έχει λάθη
  2. Γιατί με χέρι αλάθευτο ηθέλησεν η φύση, της νιότης τ' άνθια ολόβολο προικιό να σου χαρίσει (Γιάννης Βηλαράς, "Σαν πεταλούδα στη φωτιά")


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]