αλάθητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλάθητος αλάθητη αλάθητο
γενική αλάθητου αλάθητης αλάθητου
αιτιατική αλάθητο αλάθητη αλάθητο
κλητική αλάθητε αλάθητη αλάθητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλάθητοι αλάθητες αλάθητα
γενική αλάθητων αλάθητων αλάθητων
αιτιατική αλάθητους αλάθητες αλάθητα
κλητική αλάθητοι αλάθητες αλάθητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλάθητος < α- στερητικό + θ. λαθ- του ρήματος λανθάνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αλάθητος -η -ο

  1. που δεν κάνει λάθη
    το ένστικτό μου είναι αλάθητο
  2. ο απόλυτα αξιόπιστος και σίγουρος
    η μέθοδός της είναι αλάθητη
    Όλα τα προγράμματα προσαρμόστηκαν εν ριπή οφθαλμού σ' αυτή την αλάθητη συνταγή. (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά)
  3. το ουδέτερο ως ουσ: Το αλάθητοδείτε τη λέξη: .


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]