αμαράντινος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμαράντινος αμαράντινη αμαράντινο
γενική αμαράντινου αμαράντινης αμαράντινου
αιτιατική αμαράντινο αμαράντινη αμαράντινο
κλητική αμαράντινε αμαράντινη αμαράντινο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμαράντινοι αμαράντινες αμαράντινα
γενική αμαράντινων αμαράντινων αμαράντινων
αιτιατική αμαράντινους αμαράντινες αμαράντινα
κλητική αμαράντινοι αμαράντινες αμαράντινα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμαράντινος < αμάραντος + -ινος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμαράντινος, -η, -ο

  1. που δεν μαραίνεται
    συνώνυμα: αμάραντος
  2. (μεταφορικά) άφθαρτος, αιώνιος
  3. που έχει σχέση με το φυτό αμάραντος ή αναφέρεται σ’ αυτό

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]