αναβαθμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀναβαθμός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναβαθμός αναβαθμοί
γενική αναβαθμού αναβαθμών
αιτιατική αναβαθμό αναβαθμούς
κλητική αναβαθμέ αναβαθμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναβαθμός < αρχαία ελληνική ἀναβαθμός < ἀνά + βαθμός < βαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναβαθμός αρσενικό

  1. (λόγιο) σκαλοπάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναβαθμίδα, βαθμίδα
  2. (αρχιτεκτονική) (αρχαιολογία) καθένα από τα σκαλοπάτια της κλίμακας που οδηγούσε πάνω σ’ έναν αρχαίο βωμόναό)
  3. (αρχιτεκτονική) (θέατρο) η κλιμακωτά τοποθετημένη σειρά καθισμάτων σε ένα αρχαίο θέατρο
  4. (θρησκεία) (συνήθως στον πληθυντικό: αναβαθμοί) αντιφωνικό τροπάριο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]