αναδιπλασιασμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναδιπλασιασμός αναδιπλασιασμοί
γενική αναδιπλασιασμού αναδιπλασιασμών
αιτιατική αναδιπλασιασμό αναδιπλασιασμούς
κλητική αναδιπλασιασμέ αναδιπλασιασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναδιπλασιασμός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναδιπλασιασμός αρσενικό

  1. (γραμματική) ο διπλασιασμός της αρχικής συλλαβής του ρηματικού θέματος με την προσθήκη μιας επιπλέον συλλαβής στην αρχή του, η οποία σχηματίζεται από το αρχικό σύμφωνο του θέματος και το φωνήεν ε (στους συντελεσμένους χρόνους) ή το ι (στον ενεστώτα)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Ίχνη του αρχαίου αναδιπλασιασμού παρατηρούνται σε σύγχρονες λέξεις: πεπρωμένο, πεπερασμένος, πεπαιδευμένος, τετριμμένος, συγκεκριμένος, διακεκριμένος, αφηρημένος, τεθωρακισμένο, γεγονός, όπως και στο ουσιαστικό πεποίθηση.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]