αναιρώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναιρώ < αρχαία ελληνική ἀναιρέω-ἀναιρῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναιρώ

  1. αναθεωρώ μια προηγούμενη άποψη ή απόφασή ή δήλωσή μου, την ανακαλώ, την ανατρέπω, την ακυρώνω, ξελέω
    Αναιρώ! Είχα δυστυχώς λανθασμένη πληροφόρηση και η προηγούμενη δήλωσή μου δεν ευσταθεί
    Ο μάρτυρας αναίρεσε την πρώτη κατάθεσή του γιατί δωοροδοκήθηκε και απαιτούμε να δικαστεί για ψευδορκία
  2. διαψεύδω, αλλάζω, τροποποιώ, καταργώ, αντικρούω αποτελεσματικά και αποδεικνύω αβάσιμο και αστήρικτο ένα στοιχείο, επιχείρημα, γεγονός, απόφαση ή άποψη όχι απαραιτήτως δική μου
    Το γεγονός ότι τώρα λες αλήθεια δεν αναιρεί το γεγονός ότι μου είπες ψέματα χτες
    Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναίρεσε την απόφση του πρωτόδικου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

  • Η μετοχή των συντελεσμένων χρόνων της παθητικής φωνής είναι πιο δόκιμη ως αρχαιόκλητη, δηλ. ανηρημένος. Επίσης εξακολουθεί -αν και σπανίως- να χρησιομοποιείται η μετοχή αορίστου αναιρεθείς, αναιρεθείσα, αναιρεθέν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]