αναισθητοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναισθητοποιημένος αναισθητοποιημένη αναισθητοποιημένο
γενική αναισθητοποιημένου αναισθητοποιημένης αναισθητοποιημένου
αιτιατική αναισθητοποιημένο αναισθητοποιημένη αναισθητοποιημένο
κλητική αναισθητοποιημένε αναισθητοποιημένη αναισθητοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναισθητοποιημένοι αναισθητοποιημένες αναισθητοποιημένα
γενική αναισθητοποιημένων αναισθητοποιημένων αναισθητοποιημένων
αιτιατική αναισθητοποιημένους αναισθητοποιημένες αναισθητοποιημένα
κλητική αναισθητοποιημένοι αναισθητοποιημένες αναισθητοποιημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναισθητοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναισθητοποιώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναισθητοποιημένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: αναισθητοποιώ


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]