ανεβατός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανεβατός ανεβατή ανεβατό
γενική ανεβατού ανεβατής ανεβατού
αιτιατική ανεβατό ανεβατή ανεβατό
κλητική ανεβατέ ανεβατή ανεβατό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεβατοί ανεβατές ανεβατά
γενική ανεβατών ανεβατών ανεβατών
αιτιατική ανεβατούς ανεβατές ανεβατά
κλητική ανεβατοί ανεβατές ανεβατά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεβατός < ανεβαίνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανεβατός

  • ανεβατό ψωμί

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • το ανεβατό ως ουσιαστικό σημαίνει το μαλακό κοκκώδες υπόξινο και δίζως κόρα τυρί των Γρεβενών το οποίο σερβίρεται με κουτάλι
  • η ανεβατή ως ουσιαστικό είναι η γεμωτή, είδος κεντήματος με παράλληλες κολλητές βελονιές ώστε να μη φαίνεται το ύφασμα ούτε από την καλή ούτε από την ανάποδη



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]