ανοσοκατασταλτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανοσοκατασταλτικός ανοσοκατασταλτική ανοσοκατασταλτικό
γενική ανοσοκατασταλτικού ανοσοκατασταλτικής ανοσοκατασταλτικού
αιτιατική ανοσοκατασταλτικό ανοσοκατασταλτική ανοσοκατασταλτικό
κλητική ανοσοκατασταλτικέ ανοσοκατασταλτική ανοσοκατασταλτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανοσοκατασταλτικοί ανοσοκατασταλτικές ανοσοκατασταλτικά
γενική ανοσοκατασταλτικών ανοσοκατασταλτικών ανοσοκατασταλτικών
αιτιατική ανοσοκατασταλτικούς ανοσοκατασταλτικές ανοσοκατασταλτικά
κλητική ανοσοκατασταλτικοί ανοσοκατασταλτικές ανοσοκατασταλτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανοσοκατασταλτικός < ανοσοκαταστολή + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική immunosuppressive)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανοσοκατασταλτικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]