απόηχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόηχος απόηχοι
γενική αποήχου
& απόηχου
αποήχων
& απόηχων
αιτιατική απόηχο αποήχους
& απόηχους
κλητική απόηχε απόηχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόηχος < απο- + ήχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόηχος αρσενικό

  1. βουητό που ακούγεται μετά την λήξη (το πέρας) πηγαίου ήχου
  2. (ωτορινολαρυγγολογία) φανταστικός ήχος που ακούγεται σε ασθενή μετά την λήξη ερεθίσματος σε συγκεκριμένες συχνότητες
  3. (μεταφορικά) συγκεχυμένη ενημέρωση για κάτι και γεμάτη ασάφειες
  4. (μεταφορικά) αντίκτυπος, απήχηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Attention Sign.svg Προσοχή![επεξεργασία]

  • ΟΧΙ ηχώ, ΟΧΙ αντήχηση
  • η ηχώ και η αντήχηση περιγράφουν διαρκή φαινόμενα - ακόμα και όταν συνεχίζει να παράγεται πηγαίος ήχος
  • ο απόηχος αφορά μόνο ήχο που σιγοσβήνει μετά το πέρας του πηγαίου ήχου
  • απόηχο μπορούμε να έχουμε είτε κατά την λήξη της ηχούς ή της αντήχησης, είτε συντομότερο από ηχείο οργάνου κατά την λήξη μιας εκτέλεσης· επίσης απόηχος θεωρείται το σιγανό καταληκτικό βουητό ή ο φθίνων ψίθυρος οργάνου (απόηχος ακούγεται κάποιες φορές και ανάμεσα σε μουσικές παύσεις, όμως τότε αποφεύγεται αυτός ο όρος· αντίθετα λέμε ότι η εκτέλεση δεν είχε καθαρές παύσεις)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]