απόκρυψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόκρυψη < από την αρχαία λέξη (ἀπόκρυψις).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόκρυψη αποκρύψεις
γενική απόκρυψης
& αποκρύψεως
αποκρύψεων
αιτιατική απόκρυψη αποκρύψεις
κλητική απόκρυψη αποκρύψεις

απόκρυψη θηλυκό

  1. η πράξη της διατήρησης του μυστικού
  2. η κατάσταση του να είναι κάτι κρυμμένο
  3. (στρατιωτικά) η προστασία από την παρατήρηση ή την παρακολούθηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]