ασουλούπωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ασουλούπωτος ασουλούπωτη ασουλούπωτο
γενική ασουλούπωτου ασουλούπωτης ασουλούπωτου
αιτιατική ασουλούπωτο ασουλούπωτη ασουλούπωτο
κλητική ασουλούπωτε ασουλούπωτη ασουλούπωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασουλούπωτοι ασουλούπωτες ασουλούπωτα
γενική ασουλούπωτων ασουλούπωτων ασουλούπωτων
αιτιατική ασουλούπωτους ασουλούπωτες ασουλούπωτα
κλητική ασουλούπωτοι ασουλούπωτες ασουλούπωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασουλούπωτος < α- στερητικό + σουλουπώνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος < τουρκική üslûp/üslup < αραβική أسلوب (uslūb)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασουλούπωτος, -η, -ο

  1. (για άνθρωπο) που δεν έχει καλοσχηματισμένο σώμα με αρμονικές αναλογίες
  2. (για άνθρωπο) χωρίς προσεγμένη εμφάνιση, κακοντυμένος
  3. (για ρούχο) κακοραμμένος, άκομψος, αταίριαστος με τις σωματικές αναλογίες αυτού που τον φοράει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]