βαπτίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαπτίζω < αρχαία ελληνική βαπτίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βαπτίζω (παθητική φωνή: βαπτίζομαι)

  1. άλλη μορφή του βαφτίζω
  2. (παρωχημένο) βυθίζω σε νερό
    Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαπτίζω < βάπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βαπτίζω

  1. βυθίζω σε νερό
  2. καταβυθίζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]