αβάπτιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάπτιστος < ἀβάπτιστος στην καθαρεύουσα < α- στερητικό + βαπτίζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβάπτιστος -η -ο και αβάφτιστος

  1. που δεν έχει βαφτιστεί
  2. (παρωχημένο) που δεν του έχει δοθεί όνομα με οποιαδήποτε διαδικασία (ονοματοδοσία, βάπτισμα κλπ)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]