αβάφτιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάφτιστος < αρχαία ελληνική ἀβάπτιστος < ἀ- + βαπτίζω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβάφτιστος, -η, -ο

το μωρό είναι κιόλας δύο χρονώ κι είναι ακόμα αβάφτιστο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]