βυθίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βυθίζω < αρχαία ελληνική βυθίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vi.ˈθi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βυθίζω (μεσοπαθητικό βυθίζομαι)

  1. κάνω κάτι να καταδύεται μέχρι το βυθό -κυρίως της θάλασσας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βουλιάζω
  2. πιέζω κάτι, για να περιέλθει λίγο ή εξ ολοκλήρου μέσα σε νερό ή άλλο υγρό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βουτώ
  3. πιέζω κάτι ώστε να εισχωρήσει βαθιά στη μάζα κάποιου άλλου σώματος
  4. κάνω κάποιον να περιπέσει πλήρως σε μια αρνητική ψυχολογική, πνευματική ή συναισθηματική κατάσταση
  5. κυριεύω, καλύπτω πλήρως

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]