βαριατρική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βαριατρική οι βαριατρικές
      γενική της βαριατρικής των βαριατρικών
    αιτιατική τη βαριατρική τις βαριατρικές
     κλητική βαριατρική βαριατρικές
Σύνήθως στον ενικό.
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαριατρική < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική bariatric < αρχαία ελληνική βαρύς + ἰατρική < ἰατρός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαριατρική θηλυκό, μόνο στον ενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]