βερέμι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βερέμι βερέμια
γενική βερεμιού βερεμιών
αιτιατική βερέμι βερέμια
κλητική βερέμι βερέμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βερέμι < τουρκική verem (φυματίωση) < αραβική ورم ( waram, πρήξιμο, νεόπλασμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βερέμι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) (ιδιωματικό) (ιατρική) φυματίωση, φθίση, χτικιό
  2. (μεταφορικά) (ιδιωματικό) μαράζι, θλίψη
  3. (ναυτικός όρος) η κλίση στα πλευρά του καταστρώματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]