βερέμι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βερέμι τα βερέμια
      γενική του βερεμιού των βερεμιών
    αιτιατική το βερέμι τα βερέμια
     κλητική βερέμι βερέμια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βερέμι < τουρκική verem (φυματίωση) < αραβική ورم (waram: πρήξιμο, νεόπλασμα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βερέμι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) (ιδιωματικό) (ιατρική) φυματίωση, φθίση, χτικιό
  2. (μεταφορικά) (ιδιωματικό) μαράζι, θλίψη
  3. (ναυτικός όρος) η κλίση στα πλευρά του καταστρώματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]