βερίκοκκον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βερίκοκκον < πραικόκκιον < λατινική praecox (persicum=πρώιμο περσικό/ροδάκινο) < prae + coquo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pekʷ- (μαγειρεύω)
Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βερίκοκκον βερικόκκω βερίκοκκα
Γενική βερικόκκου βερικόκκοιν βερικόκκων
Δοτική βερικόκκ βερικόκκοιν βερικόκκοις
Αιτιατική βερίκοκκον βερικόκκω βερίκοκκα
Κλητική βερίκοκκον βερικόκκω βερίκοκκα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βερίκοκκον ουδέτερο

  1. (φρούτα) (ελληνιστική κοινή) βερίκοκο
  2. (βοτανική) (ελληνιστική κοινή) βερικοκιά
    Τὰ κυδώνια ἐγκεντρίζεται εἰς ὀξυάκανθον. ἡ μυρσίνη ἐνθεματίζεται εἰς ἰτέαν. τὸ βερίκοκκον ἐνθεματίζεται εἰς δαμασκηνόν, καὶ εἰς θάσιον. (Γεωπονικά, 10, 76, 6)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]