βινυλίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βινυλίτης βινυλίτες
γενική βινυλίτη βινυλιτών
αιτιατική βινυλίτη βινυλίτες
κλητική βινυλίτη βινυλίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βινυλίτης < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική vinyl < λατινική vinum + αρχαία ελληνική ὕλη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βινυλίτης αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]