βλάχικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βλάχικος βλάχικη βλάχικο
γενική βλάχικου βλάχικης βλάχικου
αιτιατική βλάχικο βλάχικη βλάχικο
κλητική βλάχικε βλάχικη βλάχικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βλάχικοι βλάχικες βλάχικα
γενική βλάχικων βλάχικων βλάχικων
αιτιατική βλάχικους βλάχικες βλάχικα
κλητική βλάχικοι βλάχικες βλάχικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλάχικος < βλάχος + -ικος < μεσαιωνική ελληνική Βλάχος < πρωτοσλαβική *volxъ < πρωτογερμανική *walhaz

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvla.çi.kɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βλάχικος -η -ο

  1. που αναφέρεται ή ανήκει στους βλάχους ή τους χαρακτηρίζει
  2. (μειωτικά) που χαρακτηρίζει κάποιον χωρίς τρόπους και επίπεδο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]