βυθόμετρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βυθομετρώ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βυθόμετρο βυθόμετρα
γενική βυθομέτρου βυθομέτρων
αιτιατική βυθόμετρο βυθόμετρα
κλητική βυθόμετρο βυθόμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βυθόμετρο < βυθός + μέτρο, ή (αντιδάνειο) γαλλική bathomètre (= βαθόμετρο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vi.ˈθɔ.mɛ.tɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βυθόμετρο

  • (ναυτικός όρος), (τεχνολογία): ηλεκτρονική συσκευή πομποδέκτης που μετρά το βάθος (ύψος) του βυθού από την επιφάνεια της θάλασσας, ή λίμνης ή ποταμού.
    ουσιαστικά το βυθόμετρο είναι χρονόμετρο εκπομπής και λήψης ανακλώμενου ηλεκτρομαγνητικού κύματος

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]