γκέισα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκέισα γκέισες
γενική γκέισας γκεϊσών
αιτιατική γκέισα γκέισες
κλητική γκέισα γκέισες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκέισα < αγγλική geisha < ιαπωνική 芸者 (geisha) (=τέχνες του θεάματος, =άνθρωπος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκέισα θηλυκό

  1. Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα, ειδικά εκπαιδευμένη στην παραδοσιακή τελετουργία του τσαγιού, το τραγούδι και τον χορό, η οποία κρατά συντροφιά σε άντρες και τους διασκεδάζει, δεν είναι όμως ιερόδουλος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]