γλάστρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλάστρα γλάστρες
γενική γλάστρας γλαστρών
αιτιατική γλάστρα γλάστρες
κλητική γλάστρα γλάστρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλάστρα < αρχαία ελληνική γάστρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλάστρα θηλυκό

  1. δοχείο, συνήθως από πηλό ή πλαστικό, το οποίο γεμίζουμε με χώμα και φυτεύουμε ένα φυτό, κυρίως λουλούδια ή μυρωδικά
  2. (μεταφορικά) υποτιμητική έκφραση για γυναίκες που στέκονται επιδεικνύοντας την ομορφιά τους, χωρίς να κάνουν τίποτε περισσότερο από αυτό

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]