γλυκόλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλυκόλη γλυκόλες
γενική γλυκόλης γλυκολών
αιτιατική γλυκόλη γλυκόλες
κλητική γλυκόλη γλυκόλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλυκόλη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική glycol < αρχαία ελληνική γλυκύς + -ol (< alcohol)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλυκόλη θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]