δεκάπρωτοι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι δεκάπρωτοι
      γενική των δεκάπρωτων
δεκαπρώτων
    αιτιατική τους δεκάπρωτους
δεκαπρώτους
     κλητική δεκάπρωτοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεκάπρωτοι < ελληνιστική κοινή δεκάπρωτοι (1.(μεταφραστικό δάνειο) λατινική decemprimi / 2.(μεταφραστικό δάνειο) λατινική decemviri)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεκάπρωτοι αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

  1. (ιστορία) (πολιτική) (Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) ανώτατοι άρχοντες μιας πόλης με διάφορα διοικητικά και οικονομικά καθήκοντα (είσπραξης φόρων κ.λπ.)
  2. (ιστορία) (πολιτική) (Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) οι δέκανδροι (δέκα άρχοντες)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική δεκάπρωτοι
Γενική δεκαπρώτων
Δοτική δεκαπρώτοις
Αιτιατική δεκαπρώτους
Κλητική δεκάπρωτοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεκάπρωτοι < αρχαία ελληνική δέκα + πρῶτος (1.(μεταφραστικό δάνειο) λατινική decemprimi / 2.(μεταφραστικό δάνειο) λατινική decemviri)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεκάπρωτοι αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

  1. (ελληνιστική κοινή) (ιστορία) (πολιτική) (Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) δεκάπρωτοι (1)
  2. (ελληνιστική κοινή) (ιστορία) (πολιτική) (Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) δεκάπρωτοι (2)