διελκυστίνδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διελκυστίνδα διελκυστίνδες
γενική διελκυστίνδας διελκυστίνδων
αιτιατική διελκυστίνδα διελκυστίνδες
κλητική διελκυστίνδα διελκυστίνδες
διελκυστίνδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διελκυστίνδα < ελληνιστική κοινή διελκυστίνδα (επίρρημα) < διέλκω + παραγωγικό επίθημα -ίνδα (το οποίο χρησιμοποιήθηκε στην Αρχαία Ελληνική ως προσδιοριστικό παιχνιδιών) < διά + ἕλκω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ɛl.ci.ˈsti.nða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διελκυστίνδα θηλυκό

  1. παιχνίδι ανταγωνισμού με σχοινί ή άλλο μηχανισμό, στα άκρα του οποίου βρίσκονται αντίπαλα άτομα ή ομάδες που προσπαθούν, τραβώντας το σχοινί ή το μηχανισμό, να παρασύρουν τον αντίπαλο προς το μέρος τους
  2. (μεταφορικά) ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ δύο αντιπάλων για την επικράτηση σε κάποιο χώρο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]