δρομόμετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δρομόμετρο δρομόμετρα
γενική δρομομέτρου δρομομέτρων
αιτιατική δρομόμετρο δρομόμετρα
κλητική δρομόμετρο δρομόμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δρομόμετρο < ουσιαστικό δρόμος + επίθημα -μετρο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δρομόμετρο ουδέτερο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]