δυσεντερία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυσεντερία δυσεντερίες
γενική δυσεντερίας δυσεντεριών
αιτιατική δυσεντερία δυσεντερίες
κλητική δυσεντερία δυσεντερίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσεντερία < αρχαία ελληνική δυσεντερία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυσεντερία θηλυκό

  1. (ιατρική): λοιμώδης νόσος με διαταραχή της λειτουργίας του παχέος εντέρου που οφείλεται σε μικροοργανισμούς και εκδηλώνεται με κοιλιακούς πόνους, διάρροια και αίμα στα κόπρανα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]