εγκόλπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγκόλπιο εγκόλπια
γενική εγκολπίου
& εγκόλπιου
εγκολπίων
& εγκόλπιων
αιτιατική εγκόλπιο εγκόλπια
κλητική εγκόλπιο εγκόλπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκόλπιο < απόδοση στο μονοτονικό της λέξης: ἐγκόλπιο < ἐγκόλπιον < αρχαία ελληνική ἐγκόλπιος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εγκόλπιο ουδέτερο

  1. βιβλίο που περιέχει οδηγίες και κανονισμούς για μια συγκεκριμένη τέχνη ή επιστήμη σε απλή και κατανοητή γλώσσα
  2. (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε θεωρητικά έχει βασικές οδηγίες για συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά
  3. κόσμημα ή άλλο διακριτικό σήμα που κρεμιέται στο λαιμό και φτάνει περίπου στο μέσο του στήθους

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]