εκπορνεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐκπορνεύω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκπορνεύω < ελληνιστική κοινή ἐκπορνεύω < ἐκ + αρχαία ελληνική πορνεύω < πόρνη < πέρνημι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per- (διαπερνώ, διασχίζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εk.por.'nε.vo/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκπορνεύω (παθητική φωνή: εκπορνεύομαι)

  1. προωθώ κάποιον ή κάποια στην πορνεία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βγάζω στο κλαρί
  2. (μεταφορικά) μειώνω ηθικά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκμαυλίζω, εξευτελίζω, ατιμάζω, ταπεινώνω, καταρρακώνω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: εξυψώνω, μεγαλύνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]