ενήμερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ενήμερος ενήμερη ενήμερο
γενική ενήμερου ενήμερης ενήμερου
αιτιατική ενήμερο ενήμερη ενήμερο
κλητική ενήμερε ενήμερη ενήμερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενήμεροι ενήμερες ενήμερα
γενική ενήμερων ενήμερων ενήμερων
αιτιατική ενήμερους ενήμερες ενήμερα
κλητική ενήμεροι ενήμερες ενήμερα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενήμερος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ενήμερος, -η, -ο

  1. που έχει γνώση ορισμένων πραγμάτων
  2. που περιέχει καταγραμμένες όλες τις τελευταίες μεταβολές μιας αξίας
    ενήμερο δάνειο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]