ενημερωτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενημερωτικός ενημερωτική ενημερωτικό
γενική ενημερωτικού ενημερωτικής ενημερωτικού
αιτιατική ενημερωτικό ενημερωτική ενημερωτικό
κλητική ενημερωτικέ ενημερωτική ενημερωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενημερωτικοί ενημερωτικές ενημερωτικά
γενική ενημερωτικών ενημερωτικών ενημερωτικών
αιτιατική ενημερωτικούς ενημερωτικές ενημερωτικά
κλητική ενημερωτικοί ενημερωτικές ενημερωτικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενημερωτικός < ενημερώνω + -τικός < ενήμερος + -ώνω < εν + ημέρα < αρχαία ελληνική ἡμέρα < ἦμαρ (ημέρα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eh₃mr̥ (ζέστη) < *h₂eh₃- (ζεσταίνομαι, καίω)

Επίθετο[επεξεργασία]

ενημερωτικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την ενημέρωση
  2. που αποσκοπεί στην ενημέρωση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]