Μετάβαση στο περιεχόμενο

εξομαλυσμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξομαλυσμένος η εξομαλυσμένη το εξομαλυσμένο
      γενική του εξομαλυσμένου της εξομαλυσμένης του εξομαλυσμένου
    αιτιατική τον εξομαλυσμένο την εξομαλυσμένη το εξομαλυσμένο
     κλητική εξομαλυσμένε εξομαλυσμένη εξομαλυσμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξομαλυσμένοι οι εξομαλυσμένες τα εξομαλυσμένα
      γενική των εξομαλυσμένων των εξομαλυσμένων των εξομαλυσμένων
    αιτιατική τους εξομαλυσμένους τις εξομαλυσμένες τα εξομαλυσμένα
     κλητική εξομαλυσμένοι εξομαλυσμένες εξομαλυσμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.kso.ma.liˈzme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εξομαλυσμένος
ομόηχο: εξομαλισμένος

Μετοχή

[επεξεργασία]

εξομαλυσμένος, -η, -ο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]