εξομαλυσμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.kso.ma.liˈzme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐ξο‐μα‐λυ‐σμέ‐νος
- ομόηχο: εξομαλισμένος
Μετοχή
[επεξεργασία]εξομαλυσμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξομαλύνω
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εξομαλυσμένος
|
|