επιδερμικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική επιδερμικός επιδερμική επιδερμικό
γενική επιδερμικού επιδερμικής επιδερμικού
αιτιατική επιδερμικό επιδερμική επιδερμικό
κλητική επιδερμικέ επιδερμική επιδερμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιδερμικοί επιδερμικές επιδερμικά
γενική επιδερμικών επιδερμικών επιδερμικών
αιτιατική επιδερμικούς επιδερμικές επιδερμικά
κλητική επιδερμικοί επιδερμικές επιδερμικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιδερμικός < επί + δέρμα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επιδερμικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται, ανήκει ή βρίσκεται στην επιδερμίδα
    επιδερμικό τραύμα
  2. (μεταφορικά) (για ανθρώπινη ενέργεια) που είναι πρόχειρος, επιπόλαιος και όχι λεπτομερής
    επιδερμική αντίληψη, επιδερμική εξέταση

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]