επιδημητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιδημητικός επιδημητική επιδημητικό
γενική επιδημητικού επιδημητικής επιδημητικού
αιτιατική επιδημητικό επιδημητική επιδημητικό
κλητική επιδημητικέ επιδημητική επιδημητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιδημητικοί επιδημητικές επιδημητικά
γενική επιδημητικών επιδημητικών επιδημητικών
αιτιατική επιδημητικούς επιδημητικές επιδημητικά
κλητική επιδημητικοί επιδημητικές επιδημητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιδημητικός < αρχαία ελληνική ἐπιδημητικός < ἐπί + δῆμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επιδημητικός, -ή, -ό

  1. που δεν μετακινείται από τον τόπο του, που δεν μεταναστεύει
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αποδημητικός
  2. (ουσιαστικοποιημένο) επιδημητικά: πουλιά (ή ψάρια) που δεν μεταναστεύουν σε θερμότερους τόπους, για να περάσουν το χειμώνα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αποδημητικά


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]