ερπύστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ερπύστρια ερπύστριες
γενική ερπύστριας ερπυστριών
αιτιατική ερπύστρια ερπύστριες
κλητική ερπύστρια ερπύστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερπύστρια < ελληνιστική κοινή, ἑρπυστήρ (αρσενικό), (ζώο, έντομο κτλ. που έρπει) + επίθημα -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ερπύστρια

  • τεχνολογία αρθρωτού μεταλλικού ιμάντα που περιβάλλει ένα υλικό: π.χ. στην αυτοκίνηση περικλείει όλους μαζί τους τροχούς της κάθε πλευράς ενός οχήματος και το διευκολύνει έτσι να κινείται σε ανώμαλο ή γενικά ακατάλληλο έδαφος, ενώ στην καλωδίωση χρησιμεύει στη μετακίνηση καλωδίων.
    οι ερπύστριες ενός τανκ
    πλαστική ερπύστρια καλωδίων

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]