ετερογενής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ετερογενής ετερογενής ετερογενές
γενική ετερογενούς ετερογενούς ετερογενούς
αιτιατική ετερογενή ετερογενή ετερογενές
κλητική ετερογενή(ς) ετερογενής ετερογενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ετερογενείς ετερογενείς ετερογενή
γενική ετερογενών ετερογενών ετερογενών
αιτιατική ετερογενείς ετερογενείς ετερογενή
κλητική ετερογενείς ετερογενείς ετερογενή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ετερογενής < αρχαία ελληνική ἑτερογενής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ετερογενής

  1. που ανήκει σε άλλο γένος
  2. που αποτελείται από ποικίλα στοιχεία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: ανομοιογενής, ανομοιόμορφος, ανόμοιος, ετερόκλιτος, ποικίλος
  3. (γλωσσολογία) που αλλάζει το γραμματικό γένος κατά την κλίση, ιδίως στον πληθυντικό, όπως

ο πλούτος, τα πλούτη, ο δεσμός, τα δεσμά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]