ζημιώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ζημιώδης τὸ ζημιῶδες οἱ, αἱ ζημιώδεις τὰ ζημιώδη
Γενική τοῦ, τῆς ζημιώδους τοῦ ζημιώδους τῶν ζημιωδῶν τῶν ζημιωδῶν
Δοτική τῷ, τῇ ζημιώδει τῷ ζημιώδει τοῖς, ταῖς ζημιώδεσι(ν) τοῖς ζημιώδεσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν ζημιώδη τὸ ζημιῶδες τοὺς, τὰς ζημιώδεις τὰ ζημιώδη
Κλητική ζημιῶδες ζημιῶδες ζημιώδεις ζημιώδη
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ζημιώδει
Γενική-Δοτική ζημιώδοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζημιώδης < ζημί(α) + -ώδης (< εἶδος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζημιώδης, ζημιώδης, ζημιῶδες

  1. επιζήμιος, βλαβερός
  2. ζημιάρης

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]