ηλιασμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηλιασμός ηλιασμοί
γενική ηλιασμού ηλιασμών
αιτιατική ηλιασμό ηλιασμούς
κλητική ηλιασμέ ηλιασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλιασμός < ηλιάζω + -μός < αρχαία ελληνική ἡλιάζω < ἥλιος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sāwélios < *sóh₂wl̥

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηλιασμός αρσενικό

  1. η πρόσπτωση των ακτίνων του ηλίου κάπου
    Χαράξεις οικοδομικών τετραγώνων και επιτρεπόμενα ύψη κτιρίων τέτοια που να επιτρέπουν τον ηλιασμό -και άρα τη θέρμανση και τον φυσικό φωτισμό- των περισσότερων κτιρίων. «Είναι απαράδεκτο το φαινόμενο της νότιας οικοδομής που σκιάζει όλα τα διπλανά και πίσω της κτίρια. Χρειάζονται ελεύθεροι χώροι με πράσινο και όχι τσιμέντο. Προσφέρουν δροσιά το καλοκαίρι, κόβουν το κρύο τον χειμώνα και προσφέρουν πολύτιμο οξυγόνο στον αστικό χώρο. Κτίρια με μονώσεις, με εκμετάλλευση του ηλιασμού και φύλαξη από τον βοριά (σχεδιάζοντας σωστά τα πορτοπαράθυρα)» είναι απαραίτητα, όπως τονίζεται στη μελέτη. (*)
  2. η έκθεση στις ακτίνες του ηλίου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ηλίασμα, ήλιασμα, λιάσιμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]