ημερήσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημερήσιος, λόγια λέξη < αρχαία ελληνική ἡμερήσιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ημερήσιος, -ια/-ία, -ιο

  1. που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της μέρας (και όχι της νύχτας)
  2. που αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ημέρα
    ημερησία διαταγή
  3. που συμβαίνει, εμφανίζεται κ.λπ. κάθε μέρα
    ο ημερήσιος τύπος
  4. που διαρκεί μία ημέρα
    ημερήσια εκδρομή


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]