θορυβοποιός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θορυβοποιός θορυβοποιά θορυβοποιό
γενική θορυβοποιού θορυβοποιάς θορυβοποιού
αιτιατική θορυβοποιό θορυβοποιά θορυβοποιό
κλητική θορυβοποιέ θορυβοποιά θορυβοποιό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θορυβοποιοί θορυβοποιές θορυβοποιά
γενική θορυβοποιών θορυβοποιών θορυβοποιών
αιτιατική θορυβοποιούς θορυβοποιές θορυβοποιά
κλητική θορυβοποιοί θορυβοποιές θορυβοποιά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θορυβοποιός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

θορυβοποιός, -ός/-ά, -ό

  1. που προκαλεί θόρυβο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]